7 Φεβρουαρίου 2012

Φιλανθρωπίας και φιλευσπλαχνίας το ανάγνωσμα

Συνήθως σε αυτό το μπλογκ έχουμε "Παροιμιών το ανάγνωσμα"  αλλά σήμερα θα κάνω μια εξείρεση για να φιλοξενήσω ένα καταπληκτικό άρθρο από το ιστολόγιο "Τα παπούτσια της Dorothy".
Με εκφράζει απόλυτα γι αυτό και το παραθέτω.


Μια Κυριακή, πριν από επτά χρόνια περίπου, μαζευτήκαμε συγγενείς γείτονες και φίλοι στο μνημόσυνο του παππού Χ. Το βλέμμα μου τράβηξε μια ηλικιωμένη κυρία, μαυροντυμένη και φανερά συγκινημένη, που κάθισε δίπλα στη γιαγιά Dorothy: δεν ήταν συγγενής, δεν ήταν οικογενειακή φίλη, δεν ήταν γειτόνισσα. Τότε τι στο καλό ήταν; Είδε φως και μπήκε; Η απάντηση που πήρα αργότερα, όταν ρώτησα για την ταυτότητα της μυστηριώδους κυρίας, ομολογώ πως με ξάφνιασε. Η μαυροντυμένη άγνωστη δεν είχε συναντήσει τον παππού εδώ και δεκαετίες αλλά όταν έμαθε πως έφυγε από τη ζωή θέλησε να τον «αποχαιρετήσει», γιατί έμενε κοντά στο αρτοποιείο του πολλά χρόνια πριν και , κατά τα λεγόμενά της , σε χρόνια δύσκολα και φτωχικά για την οικογένειά της ο παππούς Χ. τους βοηθούσε να επιβιώσουν με το μοναδικό πράγμα που είχε τη δυνατότητα να προσφέρει : ψωμί! 

Μέχρι τότε είχα ακούσει αμέτρητες ιστορίες για τον φούρνο του παππού Χ. :

Για την ιδιότροπη πελάτισσα που αγόραζε μισή φραντζόλα ψωμί το πρωί και μισή το απόγευμα, για να είναι φρέσκο όπως έλεγε (χμμμμ... newsflash μαντάμ! Για το ίδιο ψωμί επρόκειτο...)

Για την ημέρα που έπεσε, κατά λάθος, κόκκινο πιπέρι μέσα στη ζύμη για το σταφιδόψωμο και την επόμενη μέρα « ...ήρθαν οι κλώσσες(!) και μου έλεγαν “ Μα τι νόστιμο που ήταν χθες το σταφιδόψωμο, καλύτερο από κάθε άλλη φορά” χαχαχα!» 

Για τα ξακουστά Χριστόψωμα και Πασχαλινά κουλουράκια (αυτή η συνταγή σκίζει, ακόμα και σήμερα) και για τους πελάτες που έστελναν συστημένους τους φίλους τους, να αγοράσουν και αυτοί

Για το νηστίσιμο κοτόπουλο της «Γιούτσαινας» , που τη φώναζαν έτσι όλοι στη γειτονιά, γιατί κάθε Κυριακή βιαζόταν να πάρει το ταψί από τον φούρνο, να προλάβει να σερβίρει τον σύζυγο που πήγαινε κάθε εβδομάδα στο γήπεδο να δει τον Γιούτσο (Ολυμπιακάρα ο σύζυγος, σωστός!)

Για το όρθιο ζώο που, όταν είχε πρωτοκυκλοφορήσει το αλεύρι που φουσκώνει μόνο του, έφτιαξε κέικ και εκτός από το προαναφερθέν αλεύρι έριξε στο μίγμα και baking powder, και το αποτέλεσμα ήταν ένα big bang κατά τη διάρκεια του ψησίματος

Για τον πυρόξανθο γάτο του μαγαζιού που είχε τα... «τυχερά» του όποτε ερχόταν ταψί με γαύρο και άλλα μεζεδάκια και είχε γίνει τόσο χοντρός που η μαμά μου υποστηρίζει πως αν του έκαναν εξέταση χοληστερίνης το αποτέλεσμα θα ήταν περίπου 1000!

Δεν τον είχα ακούσει, ούτε μία φορά, να πει ότι βοήθησε κάποιον. Ούτε τον παππού ούτε τη γιαγιά, παρά το γεγονός ότι εκ των υστέρων έμαθα πως η κυρία του μνημοσύνου δεν ήταν η μόνη που είχε λόγο να τον θυμάται με ευγνωμοσύνη.

«σου δε ποιούντος ελεημοσύνην μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» - ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 6:3 

(δεν το ‘χω με το πολυτονικό στο πληκτρολόγιο...)

Να μη γνωρίζει το αριστερό σου χέρι τι κάνει το δεξί... Διαπιστώνω κάθε μέρα πως όσοι γνωρίζω πολύ καλά πως προσφέρουν σε αυτούς που έχουν ανάγκη (και το μαθαίνω από τρίτους), όσοι είναι γενναιόδωροι με τους συνανθρώπους τους - είτε γιατί έχουν την άνεση να το κάνουν είτε από το υστέρημά τους, είτε προσφέροντας υλικά αγαθά είτε απλά λίγο από τον χρόνο τους- δεν συνηθίζουν να μιλάνε γι’αυτό. Δεν το κάνουν θέμα. Τόσο απλά. Γνωστοί, γείτονες, συγγενείς, επιλέγουν αθόρυβα να προσφέρουν ό, τι μπορεί καθένας, εδώ και πολλά χρόνια: Η ολίγον τι βρωμόστομη και θεόμουρλη ηλικιωμένη γειτόνισσά μου που εδώ και μια δεκαετία, το λιγότερο, μαγειρεύει στο συσσίτιο της ενορίας (το έμαθα τα περασμένα Χριστούγεννα). Και η κυρία Β., που σερβίρει χαμογελαστή όποιον ζητά ένα «γεύμα αγάπης» στην ίδια ενορία, σαν να ήταν σε χρυσοσκουφάτο και μισελεναστεράτο εστιατόριο. Παιδάκια που μαζεύουν παιχνίδια και βιβλία για συνομήλικούς τους. Οι κάτοικοι ενός χωριού που αγοράζουν –ρεφενέ- ένα ζευγάρι παπούτσια για τον πάτερ-φαμίλια μιας οικογένειας μεταναστών, ο οποίος κυκλοφορούσε ξυπόλητος μέσα στο καταχείμωνο (ναι, κυκλοφορούσε χωρίς παπούτσια). Γιατροί που όχι μόνο τιμούν τον όρκο τους , αλλά επιδεικνύουν απίστευτο μεγαλείο ψυχής (και είναι πολλοί). Επιστήμονες, εργάτες, νοικοκυρές, εργαζόμενοι, άνεργοι... Πάντα αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες.

Σήμερα, ακόμα και μία μερίδα φαγητού για πολλούς παύει να είναι δεδομένη. Για περισσότερους απ’ότι στο πρόσφατο παρελθόν. Κάτι με ξενίζει, όμως, όταν ακούω -είτε επαγγελματίες της ενημέρωσης είτε ανθρώπους της διπλανής πόρτας- να αναφέρονται στην τωρινή κατάσταση λες και ανακάλυψαν τον τροχό! Πριν από πέντε χρόνια περίπου, πέρασα μεσημέρι έξω από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας, στο κέντρο του Πειραιά. Μία τεράστια ουρά μπροστά από μία πόρτα τράβηξε την προσοχή μου, ήταν η ουρά για το συσσίτιο. Πολύς, πάρα πολύς κόσμος. Θυμάμαι ένα εμετικό ρεπορτάζ λίγο πριν τα Χριστούγεννα, είχαν βάλει πιτσιρίκια να λένε τι θέλουν από τον Άγιο Βασίλη και, ω ναι! Στην πλειοψηφία τους ζητούσαν από τον Santa δουλειά για τη μαμά ή για τον μπαμπά ή λεφτά για πετρέλαιο και σκεφτόμουν εντάξει, μπράβο, 1 στους 3 σίγουρα θα δάκρυσε. Πουλάει η φτώχεια, πουλάει η δυστυχία, πουλάει η φατσούλα που δηλώνει σοβαρά ότι ο Άγιος Βασίλης πρέπει να εκπληρώσει πρώτα την επιθυμία της μαμάς και του μπαμπά και δεν πειράζει για τα παιχνίδια, ας πάνε στον διάολο τα παιχνίδια, ποιός ασχολείται με τα παιχνίδια, και την ίδια στιγμή διακρίνεις την απογοήτευση στο βλέμμα κι ας μην είναι ακόμα Χριστούγεννα, πουλάει η ουρά στο Σύνταγμα για μια σακούλα πατάτες, πουλάνε οι εκστρατείες για συγκέντρωση τροφίμων και ρούχων με δέκα κάμερες και άλλα τόσα μικρόφωνα, μην τύχει και μας πουν ότι δεν είμαστε κοινωνικά ευαισθητοποιημένοι, πουλάνε μούρη όσοι νομίζουν ότι προσφέροντας τον οβολό τους έχουν εξασφαλίσει μια θέση στον Παράδεισο και οικτίρουν τους πτωχούς και τους άνεργους (νέα παιδιά, επιστήμονες στην πλειοψηφία τους! Τα κακόμοιρα!) ως άλλες Μαντάμ Σουσούδες και ως άλλοι φιλεύσπλαχνοι γείτονες του «Τζακ Ο Χάρα», που έλεγε και ο μέγας καλλιτέχνης από το Αιγάλεω Σίτι, και παρακινούν τους υπόλοιπους να ακολουθήσουν το καλό τους παράδειγμα και να μην κάθονται με σταυρωμένα χέρια. 

Ε, κάπου εκεί τα παίρνω ρε φίλε! 

Πως προεξοφλείς μεσιέ ότι όλοι γύρω σου είναι αναίσθητοι και βολεμένοι; Και, στην τελική, ποιός σου είπε ότι καθένας γουστάρει να βγάλει τελάλη για το τι κάνει και τι δίνει. Το αριστερό και το δεξί που λέγαμε πιο πάνω... Επιπροσθέτως, όταν πέρασα για πρώτη φορά στη ζωή μου το κατώφλι του οαεδ, πριν από πολλά χρόνια, όταν έληξε η σύμβαση της πρώτης μου δουλειάς, οι περισσότεροι «συνάδελφοι» δεν ήταν κοπρόσκυλα με τον φραπέ στο ένα χέρι και το τσιγάρο στο άλλο που περίμεναν να τους διορίσουν διευθυντές με δέκα γραμματείς , αλλά και τότε ήταν παιδιά που είχαν πτυχία και μεταπτυχιακά και όρεξη για δουλειά και, πραγματικά, θέλω να ρωτήσω όλους αυτούς που τώρα ανακάλυψαν ότι δίπλα τους υπάρχει δυστυχία, από ποιον πλανήτη έχουν κατέβει και αν το περιβάλλον τους, τη γυάλα στην οποία ζουν, την καθαρίζουν με χλωρίνη ή έχουν βρει κάποια άλλη μέθοδο απολύμανσης, αποστείρωσης, αποτελεσματικότερη.



Πηγή

2 Φεβρουαρίου 2012

Μεταμεσονύχτιο παραλήρημα

Βράδυ.Αργά.Σχεδόν πρωί.
Καφές και τσιγάρο.
Άγχος. Φοβίες. Αγωνία για το αύριο.
Για την καθημερινότητα.
Για την ίδια μας την ύπαρξη και υπόσταση που κοντεύουμε να χάσουμε.


Βράδυ.Αργά.Σχεδόν πρωί.
Η ώρα που η τηλεόραση έχει μόνο τελεμάρκετινγκ.
Το ραδιόφωνο μόνο πλέιλιστς.
Το ίντερνετ μόνο μπαγιάτικες ενημερώσεις.

Βράδυ.Αργά.Σχεδόν πρωί.
Η ώρα που όλα όσα συνηθίσαμε να γεμίζουν το μυαλό μας για να μη σκέφτεται μας εγκαταλείπουν.
(Ο φόβος της πραγματικής ή φανταστικής εγκατάλειψης.)

Βράδυ.Αργά.Σχεδόν πρωί.
Η ώρα που αρχίζεις να σκέφτεσαι. Να συνειδητοποιείς.
Η ώρα που θες να σταματήσεις να σκέφτεσαι γιατί δεν αντέχεις.
Η ώρα που θ'αποκοιμηθείς.
Για να ξυπνήσεις το πρωί φρέσκος και να "κοιμηθείς" ξανά με την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, το ίντερνετ, όλα  όσα συνηθίσαμε να γεμίζουν το μυαλό μας για να μη σκέφτεται. Και με βιβλία ενίοτε.
Έχεις κι ένα επίπεδο,μην το ξεχνάμε. Αλλά ο ύπνος είναι ύπνος.

Του δικαίου;


23 Ιανουαρίου 2012

Μια πρώτη ανάγνωση στο "Τρίτο Στεφάνι" του Κ.Ταχτσή


       

Ιδιόχειρο σχόλιο του συγγραφέα για την Εκάβη
από «Το τρίτο στεφάνι»
  Ο Ταχτσής για μένα είναι νατουραλιστής, δεν ξέρω αν η επίσημη κριτική τον κατατάσσει εκεί, αλλά εγώ μόνο με νατουραλιστές όπως ο Καραγάτσης θα μπορούσα να τον συγκρίνω. Βέβαια, λογοτεχνικά αλλιώς έχει αποτιμηθεί ο ένας κι αλλιώς ο άλλος , ακόμα και λόγω ποσότητας είναι πιο φυσικό να έχει εκτιμηθεί περισσότερο ο δεύτερος. Κι όταν λέω εκτιμηθεί εννοώ όπως ένα έργο τέχνης που αποτιμάται η αξία του ,όχι ως δημιουργός που χαίρει της εκτίμησης των κριτικών.
          Για να πάρω όμως τα πράγματα με τη σειρά. Το «Τρίτο Στεφάνι» είναι ένα μυθιστόρημα ζωντανό, γεμάτο δράση, απαλλαγμένο από κουραστικές περιγραφές και αναλύσεις. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ο λόγος, μεστός, ακέραιος λόγος που ρέει απρόσκοπτα, χωρίς να σκοντάφτει σε βερμπαλισμούς και ρητορείες κι ας είναι η ρητορική των ηρώων του αυτή που τους κάνει τόσο δραματικά συμπαθητικούς, τόσο απενοχοποιημένα αθώους.
         Αυτό που με απασχόλησε περισσότερο διαβάζοντας το βιβλίο ήταν ο ρόλος της Μαρίας, της κόρης της Νίνας, που αφειδώς στολίζεται μ’ ένα σωρό απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς από τη μάνα της. Τι ρόλο παίζει στην πλοκή η Μαρία; Κανένα, κατά τη γνώμη μου. Καμία από τις πράξεις της δεν προωθεί τη δράση, καμιά κουβέντα της δε σπρώχνει την πλοκή. Γιατί υπάρχει όμως; Πώς γίνεται ένας χαρακτήρας, που μόλις αποτίμησα ως ασήμαντο, να είναι πανταχού παρών; Κι αν το πώς είναι προφανές, το γιατί παραμένει ανεξιχνίαστο ή καλύτερα επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Η δική μου είναι ότι η Μαρία είναι εκεί για να μπορεί η Νίνα, η μητέρα της, να δικαιολογεί και να προασπίζεται τις επιλογές της. Μπορεί να μην προωθεί η ίδια τη δράση, να μη συμβάλλει εκούσια στην πλοκή, όπως έγραφα και προηγουμένως, αλλά από τη μητέρα της φέρεται ως ο ηθικός αυτουργός που ευθύνεται για όλες τις αποφάσεις που έλαβε ή πρόκειται να λάβει. Πριν τη γέννηση της Μαρίας, η Νίνα αποδίδει τα σφάλματά της στη νιότη και στην απειρία (βλ. την ιστορία με τον Αργύρη), στο τυχαίο λάθος που δικαιούται κάθε άνθρωπος να κάνει στη ζωή του (βλ. το γάμο της με το Φώτη). Η «τιμωρία» της όμως γι’ αυτό το λάθος ήταν τελικά η λύτρωσή της. Η κόρη της είναι το εξιλαστήριο θύμα στο οποίο φορτώνει ουσιαστικά όλες τις μετέπειτα επιλογές της (βλ. το γάμο με τον Αντώνη και αργότερα με το Θόδωρο). Κι αυτό γιατί στην μικροαστική αντίληψη της Νίνας τα τρία στεφάνια είναι λάθος, λάθος όχι τόσο κοινωνικό αφού ακόμα κι η Εκκλησία τα επιτρέπει αλλά λάθος ηθικό, λάθος προσωπικό. Η Νίνα επιθυμούσε να παντρευτεί τον πρώτο της έρωτα και να ζήσει ευτυχισμένη μαζί του. Αυτό ήταν για κείνην , ηθικά και προσωπικά, το σωστό. Μετά το χωρισμό τους δεν ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε απλώς τρεις φορές. Κι αν η πρώτη φορά από ηθικής απόψεως ήταν σωστή (ως πρώτος γάμος μ’ έναν άνθρωπο που ναι μεν δεν ενέκρινε η οικογένειά της αλλά κοινωνικά ήταν αποδεκτός) η «ανηθικότητα» που από την πρώτη νύχτα του γάμου επέδειξε ο σύζυγος κάνει κι αυτόν τον πρώτο γάμο της Νίνας να φαντάζει στα μάτια της ανήθικος. Κι εδώ έρχεται η Μαρία. Η γέννησή της αποκαθιστά την ηθική του πρώτου γάμου και στη συνέχεια και των επόμενων γάμων που επακολούθησαν. Το δεύτερο άντρα της, τον Αντώνη, η Νίνα τον παίρνει από συμφέρον, για οικονομικούς καθαρά λόγους. Η ύπαρξη της Μαρίας ωστόσο, ως παιδιού που έπρεπε η μητέρα να φροντίσει, κάνει αυτόν το γάμο να φαίνεται περισσότερο ηθικός απ’ ότι στην πραγματικότητα είναι. Και τέλος ο γάμος με το Θόδωρο. Αυτή τη φορά ο «ανήθικος», αυτός που θα βολευτεί οικονομικά μ’ αυτόν το γάμο είναι ο Θόδωρος. Η «ανηθικότητά» του παρακάμπτεται όμως με την πεποίθηση της Νίνας ότι η κόρη της δε θα τη «γηροκομήσει»  όπως θα έπρεπε, οπότε πρέπει να βρει άλλη εναλλακτική. Έτσι απενοχοποιείται για άλλη μια φορά η μητέρα χρησιμοποιώντας ως ηθικό έρεισμα την κόρη. Η Μαρία, λοιπόν, χωρίς να προωθεί ως χαρακτήρας τη δράση αποτελεί ένα δομικό στοιχείο του μυθιστορήματος, ένα συνεκτικό κρίκο από το ένα στεφάνι στο άλλο.
         Τι ρόλο παίζει σ’ όλα αυτά η κυρά-Εκάβη; Η Εκάβη γνωρίζει τη Νίνα στη διάρκεια του δεύτερου γάμου της και, όταν τελείται ο τρίτος, έχει ήδη αποβιώσει. Είναι κι αυτή, όπως και η Μαρία, ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο στεφάνι, όμως  ο ρόλος της δεν περιορίζεται εκεί. Η κυρά-Εκάβη, χωρίς να επηρεάζει ιδιαίτερα τη ζωή της Νίνας, κινεί τα νήματα της δικής της ιστορίας, της ιστορίας της οικογένειας Λόγγου. Σ’ αυτή την ιστορία είναι και πρωταγωνίστρια και σκηνοθέτιδα. Ο ρόλος της όμως ως νευρωτικής μητέρας ή απατημένης συζύγου δε θα μας απασχολήσει περισσότερο εδώ. Ο σκοπός μου είναι να βρω  τι κινεί τον κύριο άξονα του μυθιστορήματος κι αυτός είναι η Νϊνα. Η κυρα-Εκάβη δεν αναμιγνύεται ιδιαίτερα στη ζωή της Νίνας, όπως έγραψα και πριν. Το μόνο σημείο στο οποίο κινεί τα νήματα του κεντρικού άξονα είναι όταν κάνει εμμέσως νύξεις στη Νίνα για το Θόδωρο, γεγονός που αρχίζει να βάζει την κεντρική ηρωίδα σε σκέψεις. Μικρή επομένως η συμμετοχή της κυρα-Εκάβης στην πλοκή της κύριας ιστορίας. Μεγαλύτερη ωστόσο είναι η συμμετοχή της ως δεύτερης, αλλά όχι δευτερεύουσας, σανίδας σωτηρίας  για τη Νίνα. Έχοντας ως εξιλαστήριο θύμα για τις επιλογές της την κόρη της, η Νίνα δεν είναι ικανοποιημένη. Αυτή τη φορά χρειάζεται κάτι για να εξιλεωθεί και απέναντι σ’ αυτήν. Γιατί αν ως γυναίκα-σύζυγος υπήρξε ηθική με τον τρόπο που αναπτύξαμε πιο πάνω, ως γυναίκα-μητέρα παραμένει ανήθικη. Τόσο γιατί ξέρει ότι φέρεται άσχημα στην κόρη της αλλά κυρίως γιατί η κόρη της δεν είναι καρπός ενός ευτυχισμένου γάμου. Σ’ αυτό το σημείο έρχεται η κυρα-Εκάβη. Τα δικά της παιδιά ήταν καρποί ενός γάμου που υπήρξε ευτυχισμένος κι αυτός ακριβώς ο αόριστος είναι που δίνει στη Νίνα το άλλοθι που χρειάζεται. Σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά της κυρα-Εκάβης απέναντι στις κόρες της, την οποία ψέγει πολλές φορές, η Νίνα  ανασυνθέτει  την ισορροπία που λείπει απ’ τη δική της συμπεριφορά. Συγκρινόμενη με της Εκάβης η δική της συμπεριφορά της φαίνεται όχι απλά καλή αλλά και επιεικής.
            Κι έτσι προκύπτει ένας χαρακτήρας βαθιά συντηρητικός με τις μικροαστικές ανησυχίες μιας ξεπεσμένης αριστοκρατίας στην πλάτη του, που οι συνθήκες της ζωής τον αναγκάζουν να γίνει ή να μοιάζει πιο ανοιχτόμυαλος και προοδευτικός από τους γύρω του.  Έτσι δικαιολογείται το τρίτο ή και το τέταρτο ακόμη στεφάνι.
             Αφηγηματικά τώρα, τα παιχνίδια του συγγραφέα θέλουν μεγαλύτερη ανάλυση και προσοχή, την οποία σε μια απλή ανάγνωση δεν έδωσα.  Τα βασικά που μπορώ να πω είναι ότι πρόκειται για μια αφήγηση που αρχίζει όχι in medias res αλλά από το τέλος της ιστορίας που πρόκειται να ξετυλιχτεί. Οι μετέπειτα ανάδρομες αφηγήσεις της Νίνας ακολουθούν κατά κανόνα γραμμική σειρά με εμβόλιμες προοικονομίες και προϊδεασμούς. Οι εγκιβωτισμένες αφηγήσεις της Εκάβης, είτε δια στόματος της ίδιας είτε δια στόματος Νίνας, είναι αυτό ακριβώς που λέει η λέξη, εγκιβωτισμένες στην κύρια ιστορία. Έχουμε δηλαδή μια ιστορία μπολιασμένη με μια δεύτερη που ανθίζει σταδιακά για να διανθίσει την πρώτη.
Η επιστροφή του Κώστα Ταχτσή
Ο Κώστας Ταχτσής (στο μέσον) στρατιώτης το 1947
        Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κανείς ότι ο κύριος άξονας της ιστορίας δεν είναι η Νίνα όπως υποστήριξα εγώ, αλλά η Εκάβη, κι ότι η ιστορία της Νίνας δίνει απλά το πλαίσιο για ν’ αναπτυχθεί η δική της ιστορία. Ότι η γνωριμία τους και το τρίτο στεφάνι της Νίνας είναι ένα τέχνασμα του συγγραφέα για να διηγηθεί την ιστορία που πραγματικά θέλει να πει, την ιστορία που και πιο νατουραλιστική είναι (αν επιτρέπεται ο συγκριτικός βαθμός) και πιο ολοκληρωμένη (μιας και αφορά σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της Εκάβης και της οικογένειάς της).
         Κι ακόμη θα μπορούσε να βρεθεί ένας τρίτος που στηριζόμενος στις αναφορές της ίδιας της Νίνας (σχετικά με το ρόλο που έπαιξε η Εκάβη στη ζωή της : την δίδαξε πράγματα για τη ζωή ,όπως μόνο ο πατέρας της είχε κάνει) να υποστηρίξει ότι πρόκειται για δύο βασικούς άξονες που περιπλέκονται και κανένας δεν είναι υποδεέστερος του άλλου. Ότι βρισκόμαστε μπροστά σε δυο τεμνόμενες ευθείες που ακριβώς η διασταύρωσή τους αυτή μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την εξέλιξη της μικροαστικής τάξης, των κοινωνικών δομών ,της ίδιας της ηθικής.
           Τίποτα από αυτά δε θα ήταν λάθος κατά τη γνώμη μου. Η διαφορετική κάθε φορά οπτική αποκαλύπτει πτυχές της ιστορίας που αλλιώς θα έμεναν αφανέρωτες ή υποβόσκουσες και υποτιμημένες. Κι όσο για τη «σύγκριση» που έκανα στην αρχή του Ταχτσή με τον Καραγάτση θέλω να πω πως ενώ ο δεύτερος αφήνει να φανεί πόσο πεσμένοι (ηθικά ή κοινωνικά) είναι οι ήρωές του, καταδεικνύοντάς άθελά του και υπόγεια πολλές φορές το ύψος των περιστάσεων στο οποίο θα έπρεπε να σταθούν, ο Ταχτσής τους δείχνει πεσμένους δε, χωρίς να αφήνει υπόνοιες για το ύψος τους όμως. Ο αναγνώστης έρχεται τόσο κοντά με τον ήρωα που αδυνατεί να συλλάβει αν εκείνος βρίσκεται σε καλύτερη ή χειρότερη μοίρα. Τόσο κοντά που του είναι δύσκολο να διακρίνει αν είναι πεσμένοι ή ορθώνουν το ανάστημά τους στις αντιξοότητες της ζωής. 
          Κι αυτό είναι σχεδόν πάντα το πλεονέκτημα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης.

Ταχτσής-Βλαχοπούλου συζητούν για το ραδιοφωνικό Τρίτο Στεφάνι
Συμπληρωματικά: Εκτός από τη γνωστή σε όλους ομώνυμη τηλεοπτική σειρά και την θεατρική παράσταση που παίζεται φέτος υπήρξε και ραδιοφωνική μεταφορά του μυθιστορήματος.

15 Ιανουαρίου 2012

Χιόνια Πολλά

 Στις 4 το απόγευμα είχε ξαστεριά και λιακάδα, μέχρι τις 5 είχε ήδη αρχίσει να πέφτει πυκνό χιόνι. Στις 7 η πόλη θύμιζε χιονισμένη καρτ ποστάλ. Ο κόσμος δεν πτοήθηκε, πολλοί ήταν έξω για καφέ, όπως και 'γω άλλωστε. Φαντάζομαι ότι οι άνθρωποι εδώ είναι συνηθισμένοι στα ακραία καιρικά φαινόμενα.

Η τριπλή αυτή λάμπα μου άρεσε πάρα πολύ καθώς φώτιζε τις νιφάδες του χιονιού, απαθανατίζοντάς τες λίγες στιγμές πριν γίνουν νερό στο δάπεδο.
Τα ψηλά κυπαρίσσια ντυμένα στα λευκά και τα φώτα της πόλης θαμπά από την πυκνή χιονόπτωση.

 Η θέα από το μπαλκόνι , αφού επέστρεψα από τον καφέ.




 Κι ένας γεράκος που συνεχίζει τον περίπατό του στη χιονισμένη νύχτα.

Άσπρα κλαδιά, εμποδίζουν υπέροχα την υπόλοιπη θέα.

28 Νοεμβρίου 2011

Ρίξε στο γυαλί φαρμάκι

Θα σας εξομολογηθώ κάτι που το γνωρίζουν ελάχιστοι άνθρωποι και που ακόμα κι όταν το μάθετε(αν με γνωρίζετε προσωπικά) δε θα το πιστεύετε,οπότε θα είναι σα να μη σας το έχω πει.Λίγους μήνες πριν ξεκινήσω το σχολείο(το δημοτικό) η μαμά μου μου μάθαινε τα γραμματάκια. Στο δωμάτιό μου βρισκόταν η τεράστια βιβλιοθήκη του μπαμπά με πάρα πολλά βιβλία.Όταν συνειδητοποίησα ότι τα βιβλία είναι γεμάτα γραμματάκια και ότι σε λίγο καιρό θα πήγαινα σχολείο και θα έπρεπε να μάθω να διαβάζω όλα τα γραμματάκια που υπήρχαν σε όλα τα βιβλία, κλείστηκα στο υπνοδωμάτιο της μαμάς μου,κάθισα ανακούρκουδα στο κρεβάτι ,τραβούσα τα μαλλιά μου και ούρλιαζα σπαραχτικά "Δε θα διαβάζωωωωωω.....εγώ δε θα διαβάζωωωωωωω....." για καμιά ώρα.
Όσοι με ξέρετε,θα διαπιστώσετε ότι δεν κράτησα αυτή την υπόσχεση,διάβαζα μανιωδώς από μικρή και φυσικά όχι μόνο για το σχολείο.Ακόμα και η βιβλιοθήκη με τα βιβλία του μπαμπά(που τα περισσότερα βιβλία της έχουν σχέση με τη δουλειά του) πέρασε μπροστά από τα μάτια μου, ουκ ολίγες φορές. (Εννοώ ότι διάβασα πολλά βιβλία της πολλές φορές αλλά θέλω να το παίξω και συγγραφέας η φιλόλογος και μάλλον δεν καταλάβατε τίποτα από την προηγούμενη πρόταση.)
Τέλος πάντων,μέχρι το καλοκαίρι που μας πέρασε διάβαζα μια χαρά,άνετα κι ωραία παρά το πρόβλημα όρασης που έχω. Ποτέ,ποτέ,ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα την παραμικρή δυσκολία στο να διαβάσω(άσχετα που διαβάζοντας έκανα σαν αυτιστικό γιατί κουνούσα συνεχώς το κεφάλι,αυτό δεν ήταν πρόβλημα για μένα). 
Το καλοκαίρι όμως,ξαφνικά,από το πουθενά ,άρχισα να δυσκολεύομαι. Θορυβημένη αποφάσισα να κλείσω ραντεβού με το γιατρό μου στον οποίο είχα καιρό να πάω γιατί ενδιαμέσως είχα μετακομίσει οπότε είχα απευθυνθεί σε άλλους γιατρούς.Να σημειωθεί εδώ ότι από αυτούς είχα αποκομίσει τις χειρότερες των εντυπώσεων.Κλείνω ραντεβού, πάω την καθορισμένη μέρα και ώρα. Με εξετάζει ένας γιατρός του λέω το πρόβλημά μου (ότι δλδ δε βλέπω να διαβάσω με αυτά τα γυαλιά που είχα) μου γράφει άλλα,πληρώνω 100 ευρώ και φεύγω.Πάω στον οπτικό,παραγγέλνω τα γυαλιά,πάω μετά από λίγες μέρες τα παίρνω,πληρώνω 150 ευρώ,φεύγω κι από κει.Πάω σπίτι μου περιχαρής ότι θα δω το φως το αληθινό,φοράω τα νέα μου γυαλιά και δε βλέπω μπροστά μου ούτε ένα τόσο δα γραμματάκι.Πιο καλά διάβαζα με γυμνό μάτι παρά με κείνο το γυαλί.Περιμένω δυο τρεις μέρες μήπως συνηθίσω τίποτα.Αρχίζω την κλάψα,παίρνω τηλ και το γιατρό να ξανακλείσω ραντεβού.Πάω,με εξετάζει άλλη γιατρός,δοκιμάζει ,ξαναδοκιμάζει φακούς μου λέει το γυαλί που σου δώσαμε είναι αυτό που πρέπει.Αφού σε ρωτάω και μου λες ότι βλέπεις καλύτερα με αυτόν το φακό.Δε με νοιάζει τις λέω,στο χαρτί που μου δίνεις εσύ βλέπω καλύτερα με αυτό το φακό αλλά σ'ένα βιβλίο δε βλέπω  τίποτα.Πιάνω κι ένα βιβλίο από κει δίπλα,φοράω τα γυαλιά ,πράγματι δεν έβλεπα τίποτα.Καλή μου γυναίκα ,λέω στη γιατρό,εγώ τόσες μέρες μέχρι να 'ρθω διάβαζα με κάτι παμπάλαια γυαλιά που μου χατε δώσει πριν 4 χρόνια.Α,ωραία μου λέει,αφού βλέπεις με αυτά θα σου ξαναγράψουμε αυτά(χωρίς δοκιμές αυτή τη φορά). Πληρώνω 50 ευρώ,φεύγω. 
Φοράω ακόμα τα παλιά γυαλιά όταν θέλω να διαβάσω αλλά δυσκολεύομαι πολύ γιατί είναι γρατσουνισμένα και συνεπώς θολά.Δε θέλω να πάω να φτιάξω καινούρια γυαλιά γιατί δε μου περισσεύουν τα ποιος-ξέρει-πόσα ευρώ που θα κάνουν.Όχι γιατί τσιγκουνεύομαι αλλά γιατί δεν είμαι σίγουρη ότι θα βλέπω ούτε με αυτά.
Κι έτσι σε λίγο θα πάω να κλειστώ στο υπνοδωμάτιό μου ουρλιάζοντας σπαραχτικά "Θέλω να διαβάσω αλλά δεν μπορώώώώ....."για καμιά ώρα.
Και η ζωή συνεχίζεται.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...